Back

ⓘ Προφορά της κλασικής αρχαίας ελληνικής γλώσσας



                                               

BH

Ως BH Ως.bh, στον top-level domain κωδικό για το Μπαχρέιν στο διαδίκτυο. Στο χημικό στοιχείο Μπόριο ως Bh Στη χημική ένωση Βοράνιο ως BH 3 Στην Μπελίζ, χώρα της κεντρικής Αμερικής κατά WMO και παρωχημένο κωδικό NATO ως Βρετανικές Ονδούρες. Στο Μπαχρέιν, χώρα της Ασίας, κατά ISO 3166-2 Στον BH καταχωρητή στους μικροεπεξεργαστές τύπου x86. Στη Μαύρη τρύπα Black Hole στη Φυσική. Στις εκδόσεις της Μπίμπλια Χεμπράικα της Εβραϊκής Βίβλου. Ως bh για το βιβλίο των μαρτύρων του Ιεχωβά Τι Διδάσκει Πράγματι η Αγία Γραφή;

                                     

ⓘ Προφορά της κλασικής αρχαίας ελληνικής γλώσσας

Η προφορά τής κλασικής αρχαίας ελληνικής γλώσσας του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. διέφερε αξιοσημείωτα από τη σημερινή προφορά τής Νέας Ελληνικής, καθώς και από την προφορά τής ελληνιστικής και μεσαιωνικής Ελληνικής.

Το ζήτημα της προφοράς της κλασικής Αρχαίας Ελληνικής άρχισε να μελετάται κατά τα τέλη του 15ου αιώνα από λόγιους της Αναγέννησης. Αυτοί, αλλά και μεταγενέστεροι ερευνητές, βρήκαν στοιχεία που έδειχναν ότι η αρχαία ελληνική προφορά διέφερε ουσιωδώς από την υστεροβυζαντινή/νεοελληνική. Ο ρόλος του Ολλανδού λόγιου Εράσμου, ο οποίος πρότεινε έναν τύπο προφοράς της Αρχαίας Ελληνικής που έγινε ευρύτερα γνωστός στην Ευρώπη ως ερασμική ή ερασμιακή προφορά, υπήρξε καθοριστικός, ώστε να επικρατήσει βαθμηδόν η επανασυντεθειμένη αρχαία προφορά, η οποία διδάσκεται μετά τον 16ο αιώνα στα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο.

Οι ιστορικοσυγκριτικές μελέτες τής σύγχρονης γλωσσολογίας επιβεβαίωσαν όσα ο Έρασμος και άλλοι είχαν από τον 16ο αιώνα τονίσει. Έχοντας τώρα πληρέστερη εικόνα τής δομής τής γλώσσας και ευρύτερη εποπτεία των λογοτεχνικών και μη πηγών, μπορούμε να αποκαταστήσουμε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό την προφορά τής κλασικής Αρχαίας Ελληνικής. Για τον σκοπό αυτόν, όπως καταδεικνύεται αναλυτικότερα παρακάτω, η γλωσσολογία αντλεί τεκμήρια από τη φωνολογική δομή τής Αρχαίας Ελληνικής, από γραφές σε αρχαϊκά ελληνικά αλφάβητα, από τις νεοελληνικές διαλέκτους, από μαρτυρίες των αρχαίων γραμματικών και σχολιαστών, από αντίστοιχες λέξεις-δάνεια άλλων γλωσσών, καθώς και από τη μετρική των κειμένων.

Στην Ελλάδα, κατά τη διδασκαλία τής ανάγνωσης των κλασικών κειμένων, ακολουθούνται για πρακτικούς λόγους οι κανόνες τής σύγχρονης προφοράς τής νέας ελληνικής γλώσσας. Παρ ότι η επανασυντεθειμένη προφορά είναι κοινώς αποδεκτή στα ελληνικά πανεπιστήμια, ελάχιστες μόνο νύξεις της συναντώνται σε διδακτικά βιβλία. Η νεοελληνική κοινή γνώμη εν γένει δεν έχει σαφή γνώση τής διαφοράς μεταξύ αρχαιοελληνικής και νεοελληνικής προφοράς.

                                     

1. Ορισμός

Ως προφορά της κλασικής Αρχαίας Ελληνικής νοείται η φωνητική απόδοση της γλώσσας των κλασικών κειμένων του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνα με βάση τη δομή και τη λειτουργία του αρχαίου φωνολογικού συστήματος. Μολονότι η περίοδος αυτή καλύπτει κυρίως την αττική πεζογραφία και ποίηση ώς τον Δημοσθένη και τον Αριστοτέλη, στο άρθρο αυτό θα θεωρείται συμβατικά ότι περιλαμβάνεται επίσης η γλώσσα του 6ου αι., στην οποία ανήκουν οι λυρικοί ποιητές και οι ιστοριογράφοι λ.χ. Ηρόδοτος.

                                     

2.1. Ιστορική τοποθέτηση του ζητήματος Λόγιοι πριν από τον Έρασμο

Κατά την πρώιμη μεσαιωνική εποχή και κυρίως πριν από την Αναγέννηση η κλασική παιδεία ήταν ανύπαρκτη στη δυτική Ευρώπη, όπου κυριαρχούσε η λατινική γλώσσα. Μόλις τον 13ο αιώνα, όταν ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, χρηματοδοτήθηκε η πρώτη έδρα διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής, η οποία ωστόσο υπολειτουργούσε. Είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 1360 ο Ιταλός ποιητής Πετράρχης Petrarca ισχυρίστηκε ότι γνώριζε μόνον οκτώ Ιταλούς, οι οποίοι ήταν κάτοχοι της κλασικής Ελληνικής.

Ο Διαφωτισμός και η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 επέφεραν πραγματική αναγέννηση στην καλλιέργεια των κλασικών γραμμάτων, καθώς και στη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής. Πολλοί Έλληνες λόγιοι, κυρίως Φαναριώτες, κατέφυγαν στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου μεταδίδαξαν την κλασική γλώσσα, την οποία οι ίδιοι μελετούσαν και αντέγραφαν. Εντούτοις, όπως ήταν φυσικό, οι λόγιοι αυτοί χρησιμοποιούσαν την υστεροβυζαντινή / νεοελληνική προφορά στην ανάγνωση και διδασκαλία των αρχαίων κειμένων, μεταφέροντας έτσι την προφορά της καθημερινής ομιλίας τους, της μητρικής τους γλώσσας στην κλασική γλώσσα.

Σύντομα, οι λόγιοι της Δύσης, οι οποίοι δεν έφεραν το βάρος της κληρονομημένης και εξελιγμένης προφοράς της Ελληνικής, αντιλήφθηκαν ότι η νεοελληνική προφορά απέδιδε ατελώς την κλασική γλώσσα και προκαλούσε προβλήματα στη διδασκαλία. Επί παραδείγματι, ήταν δύσκολο να εξηγηθεί η ιωτακιστική ποικιλία των γραφημάτων ι, η, υ, οι, ει, υι και επίσης η συμπεριφορά των διφθόγγων αυ, ευ, αλλά και η δυσερμήνευτη προφορά του αι ως /e/.

O πρώτος που διατύπωσε γραπτώς τις επιφυλάξεις του για την αξιοπιστία της νεοελληνικής προφοράς των κλασικών κειμένων φέρεται να είναι ο Ισπανός ανθρωπιστής και λόγιος Αντόνιο δε Νεμπρίχα σε κείμενά του που δημοσιεύθηκαν μεταξύ των ετών 1503 και 1516. Η εργασία του τιτλοφορείτο Errores Graecorum "Σφάλματα Ελλήνων" και ορισμένες παρατηρήσεις του για τη φωνητική υφή των π, β, φ, καθώς και για τα διπλά σύμφωνα αποκαλύπτουν καλή κρίση και διατηρούν την ισχύ τους.

Αξιοσημείωτος μεταρρυθμιστής υπήρξε επίσης ο σπουδαίος τυπογράφος Άλδος Μανούτιος Aldus Manutius, 1458-1514, ο οποίος το 1508 δημοσίευσε το έργο Alphabetum Graecum "Ελληνικό αλφάβητο", όπου εξηγεί γιατί είναι λανθασμένη η πεποίθηση ότι τα αρχαία διγράμματα προφέρονταν μονοφθογγισμένα. Ο ίδιος μνημονεύει για πρώτη φορά ως επιχείρημα το γνωστό επιφώνημα βῆ βῆ, με το οποίο οι αρχαίοι δήλωναν το βέλασμα των προβάτων, για να εξηγήσει τη φωνητική αξία των εν λόγω φθόγγων.

                                     

2.2. Ιστορική τοποθέτηση του ζητήματος Το έργο και η συμβολή τού Εράσμου

H κύρια προσέγγιση στην προφορά της κλασικής γλώσσας πραγματοποιήθηκε από τον μεγάλο Ολλανδό λόγιο Έρασμο πλήρες όνομα Desiderius Erasmus Geert, 1466-1536, ο οποίος δίδαξε σε πανεπιστήμια τόσο στη Γερμανία όσο και στην Αγγλία. Ο Έρασμος δέχθηκε την ισχυρή επίδραση των λογίων που προαναφέρθηκαν, κυρίως δε των Ελλήνων τής Ιταλίας, οι οποίοι ως μελετητές τής κλασικής γραμματείας είχαν διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την αρχαία προφορά. Το 1528 ο Έρασμος προχώρησε στη δημοσίευση του κλασικού του έργου Dialogus de recta Latini Graecique sermonis pronuntiatione "Διάλογος περί της ορθής προφοράς του λατινικού και του ελληνικού λόγου", το οποίο είναι γραμμένο με τη μορφή διαλόγου μεταξύ μαθητή και δασκάλου που αλληγορικά παριστάνονται σαν λιοντάρι και αρκούδα. Στο έργο αυτό ο Έρασμος κατέδειξε τις αδυναμίες της παραδεδομένης νεοελληνικής προφοράς της αρχαίας γλώσσας, εστιάζοντας την προσοχή στις ομόηχες και ηχομιμητικές λέξεις, στα δάνεια από την Ελληνική γλώσσα στη Λατινική, καθώς και σε φαινόμενα μεταπτώσεως, τα οποία θα παρέμεναν δυσερμήνευτα αν ακολουθείτο η νεοελληνική προφορά. Σχολιάζοντας την προφορά των φωνηέντων και των συμφώνων, παρέθετε στη συνέχεια τις ευρωπαϊκές γλώσσες που συνέχιζαν ή απομακρύνονταν από την αρχαία προφορά, θεωρώντας ότι έτσι συνέβαλλε στην αποκατάσταση της εὐλαλίας όπως σημειώνει του αρχαίου λόγου. Μολονότι ο ίδιος δεν φαίνεται να υιοθέτησε τον τύπο προφοράς που επανασυνέθεσε, προσκρούοντας τόσο στην απροθυμία των συγχρόνων του όσο και στην αντίδραση της Καθολικής εκκλησίας η οποία τελικά τον αφόρισε, ο όρος pronuntiatio erasmiana "ερασμική προφορά" εναλλακτικώς ητακιστική προφορά έφθασε να δηλώνει όσους αποδέχθηκαν την επιχειρηματολογία του Εράσμου.

Ο λόγος για τον οποίο η ερασμική προφορά δεν καθιερώθηκε ευθύς αμέσως σχετιζόταν, αφ’ ενός μεν με τη θρησκευτική διχοτόμηση της Ευρώπης που περιγράφηκε παραπάνω, αφ’ ετέρου δε με την αντίδραση του ακαδημαϊκού κατεστημένου προς τη μεταρρύθμιση. Φορέας της αντίδρασης ήταν, κατ’ εξοχήν, ο Γερμανός λόγιος Γιοχάνες Ρόιχλιν Johannes Reuchlin, 1455-1522, o οποίος επέμενε στη διατήρηση της βυζαντινής ή ιωτακιστικής προφοράς της κλασικής γλώσσας που αποκλήθηκε ροϊχλίνεια. Κάτι που ιδιαίτερα ενοχλούσε τους οπαδούς της παραδοσιακής προφοράς ήταν ότι ο Έρασμος είχε διατυπώσει ανάλογες επιφυλάξεις σχετικά με την προφορά της έτερης κλασικής γλώσσας, της Λατινικής. Αυτό έθιγε τη μακρά παράδοση της προφοράς π.χ. του συμπλέγματος qu- ως, όπως συνηθιζόταν.



                                     

2.3. Ιστορική τοποθέτηση του ζητήματος Αποδοχή και επικράτηση της ερασμικής προφοράς στη Δύση

Δύο νέοι λόγιοι του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, οι Άγγλοι Τζον Τσικ John Cheke και Τόμας Σμιθ Thomas Smith, υπήρξαν οι πρωτεργάτες της εφαρμογής της ερασμικής προφοράς το 1540, οπότε εξελέγησαν καθηγητές της Ελληνικής και του Αστικού Δικαίου αντιστοίχως. Οι εν λόγω καθηγητές βασίστηκαν, όχι μόνο στη συλλογιστική του Εράσμου, αλλά και σε παράλληλες εξελίξεις της Αγγλικής γλώσσας, η οποία τότε διερχόταν ένα στάδιο διφθογγοποίησης συγκεκριμένων φωνημάτων καθώς και την αποκαλούμενη δεύτερη μετατόπιση συμφώνων, πράγμα που βοήθησε τους κατοπινούς μελετητές να αντιληφθούν την πορεία εξελίξεως των φωνηεντικών ακολουθιών. Εντούτοις, δεν μπόρεσαν να προωθήσουν αμέσως τις ιδέες τους. Το 1542, ενόσω ο Καθολικός επίσκοπος Gardiner διατελούσε πρύτανης του πανεπιστημίου, εκδίδεται διάταγμα που απαγορεύει τη χρήση της ερασμικής προφοράς στο Κέμπριτζ. H κατοπινή ενθρόνιση της βασίλισσας Ελισάβετ και η ανεκτική της στάση προς τη θρησκευτική μεταρρύθμιση και τη λόγια μελέτη ενεθάρρυνε τους Cheke και Smith να συστηματοποιήσουν τις προτάσεις τους περί αλλαγής της προφοράς.

Τελικά, με αφετηρία την Αγγλία, η ερασμική προφορά διαδόθηκε ευρέως στις υπόλοιπες ακαδημαϊκές κοινότητες της Ευρώπης, στη δε Ιταλία καθιερώθηκε κατά το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Εντούτοις, οι διαφορές μεταξύ των γλωσσών και αυτή καθ’ αυτήν η εξέλιξη της Αγγλικής καθιστούσαν απαραίτητες ορισμένες διορθώσεις στον τύπο της ερασμικής προφοράς που είχε καθιερωθεί στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Αυτό επιτεύχθηκε το 1895, όταν το πανεπιστήμιο της Ουαλίας εξέδωσε το εγχειρίδιο των E.V. Arnold και R.S. Conway, The Restored Pronunciation of Greek and Latin "Η αποκατεστημένη προφορά της Ελληνικής και της Λατινικής". Οι προτάσεις και οι διορθώσεις τους, συμπληρωμένες το 1908 με βάση τις εισηγήσεις της Ένωσης Κλασικών Φιλολόγων της Μ. Βρετανίας, αποτελούν σήμερα το πρότυπο με το οποίο προφέρονται οι κλασικές γλώσσες στα αγγλικά και αμερικανικά πανεπιστήμια, καθώς και με ελαφρές παραλλαγές στην υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη.

                                     

2.4. Ιστορική τοποθέτηση του ζητήματος Η απήχηση της ερασμικής προφοράς στον ελληνικό πνευματικό κόσμο

Στον ελληνικό χώρο, ωστόσο, τα γεγονότα είχαν άλλη τροπή. Κατά την περίοδο κοντά στην Ελληνική Επανάσταση, οι Έλληνες λόγιοι που πληροφορούνται όσα διαδραματίζονταν στην Ευρώπη σχετικά με την ερασμική προφορά την αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό ή και με απροκάλυπτη εχθρότητα. Σε αυτούς ανήκουν ο Αθανάσιος Χριστόπουλος, ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, κυρίως δε ο Θεόδωρος Παπαδημητρακόπουλος συγγραφέας του έργου Βάσανος των περί ερασμιακής προφοράς ελληνικών αποδείξεων, 1889 και ο Φαναριώτης λόγιος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων συγγραφέας του έργου Περί της γνησίας προφοράς της Ελληνικής γλώσσης, 1830.

Ποικίλα κίνητρα εντοπίζονται εν σχέσει με την απορριπτική θέση των περισσοτέρων Ελλήνων λογίων. Σημαντικό ρόλο έπαιξε, όπως προαναφέρθηκε, η σύνδεση της ερασμικής προφοράς με την προτεσταντική Μεταρρύθμιση και την εναντίωση προς την Καθολική εκκλησία. Οι πηγές δείχνουν ότι πολλοί προτεστάντες λόγιοι της Δυτικής Ευρώπης, παρά την αναμφισβήτητη επιστημονική τους κατάρτιση, έτειναν να θεωρούν τους Ορθοδόξους Έλληνες λογίους της διασποράς αμόρφωτους, δεισιδαίμονες και "αμαθείς", διότι δεν διέσωσαν την "αληθή προφορά" pronuntiatio recta της κλασικής γλώσσας. Το γεγονός ότι το ελληνικό Γένος υπήρξε επί αιώνες υπόδουλο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επέσυρε την περιφρόνηση των λογίων της Δύσεως, οι οποίοι επιχείρησαν τώρα να διορθώσουν την κληρονομηθείσα υστεροβυζαντινή-νεοελληνική προφορά. Κάτι ακόμη που επέτεινε την αντίθεση των Ελλήνων λογίων ήταν ότι η ερασμική προφορά συνοδευόταν από πρότυπο ή σχήμα τονισμού, το οποίο ταίριαζε στα δεδομένα της Λατινικής, διότι στηριζόταν στην ποσότητα της συλλαβής και όχι στον δυναμικό τόνο.

Ο πατέρας της επιστημονικής γλωσσολογίας στην Ελλάδα Γεώργιος Χατζιδάκις υπήρξε ο εισηγητής της νεωτεριστικής προφοράς στη χώρα, αποδεικνύοντας με μεθοδικό τρόπο ότι η προφορά της Ελληνικής είχε μεταβληθεί με την πάροδο των αιώνων. Αν και δεν εισηγήθηκε την εισαγωγή της μεταρρυθμισμένης προφοράς στην ελληνική εκπαίδευση για πρακτικούς λόγους, εξήγησε ωστόσο ότι η παραθεώρηση της διαφοράς προσέδιδε παραπλανητική εικόνα για τη γλώσσα σε όσους δεν είχαν μελετήσει συστηματικά το θέμα.

Στις ακόλουθες ενότητες θα εξεταστούν τα τεκμήρια που αποδεικνύουν ότι η προφορά της κλασικής γλώσσας διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από την προφορά της υστεροβυζαντινής. Μολονότι η ερασμική απόδοση έχει σημαντικές ατέλειες, πολλές από τις οποίες έχουν επισημανθεί σε νεότερες μελέτες, εξακολουθεί να αποτελεί πιο αξιόπιστη προσέγγιση του φωνολογικού συστήματος της Αρχαίας Ελληνικής εν σχέσει με την αντίστοιχη εξελιγμένη νεοελληνική. Μερικά από τα στοιχεία που παρατίθενται στη συνέχεια είχαν ήδη επισημανθεί από τα κείμενα του Εράσμου.

                                     

3. Τεκμήρια της αρχαίας προφοράς

Οι γνώσεις μας για την επανασύνθεση της αρχαίας προφοράς της κλασικής γλώσσας στηρίζονται στα εξής σημαντικά τεκμήρια:

Τεκμήρια του φωνολογικού συστήματος

Η ποικιλία των φθόγγων ι, η, υ, ει, οι, υι, ῃ που αντιστοιχούν σε νεοελληνική προφορά).

                                     

3.1. Τεκμήρια της αρχαίας προφοράς Τεκμήρια του φωνολογικού συστήματος

Η ποικιλία των φθόγγων ι, η, υ, ει, οι, υι, ῃ που αντιστοιχούν σε νεοελληνική προφορά).

                                     

3.2. Τεκμήρια της αρχαίας προφοράς Τεκμήρια από τη μετρική των ποιητικών κειμένων

Τα αρχαία ποιητικά κείμενα ακολουθούν ορισμένο μέτρο, το οποίο βασίζεται στη διαδοχή ή εναλλαγή μακρών και βραχειών συλλαβών, ανάλογα με την περίπτωση. Αν σε συγκεκριμένη συλλαβή αναμένουμε οπωσδήποτε φωνήεν ορισμένης ποσότητας μακρό ή βραχύ, αυτό μπορεί να μας προσφέρει ενδείξεις της προφοράς, εφόσον υποστηρίζονται και από τις γνώσεις μας για το φωνολογικό σύστημα της γλώσσας. Επί παραδείγματι, το μέτρο καθιστά σαφές ότι τα μακρά η, ω δεν απαντούν εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων στη θέση βραχείας συλλαβής. Επίσης, διαπιστώνουμε ότι οι δίφθογγοι γνήσιες ή νόθες, δηλ. προϊόντα αντεκτάσεως συναντώνται σε θέση μακράς συλλαβής, πράγμα που δείχνει ότι η ποσότητά τους αντιστοιχούσε περίπου σε μακρό φωνήεν.

Σημαντική είναι η συνεισφορά της μετρικής στα αποκαλούμενα δίχρονα φωνήεντα, για τα οποία δυσκολευόμαστε να υποθέσουμε αν είναι μακρά ή βραχέα χωρίς άλλη βοήθεια. Αν όμως σε θέση μακράς συλλαβής συναντήσουμε τύπους όπως κῦ ρος, μῖ σος, όχι όμως φί λος, διακρίνουμε αμέσως τη διαφορετική ποσότητα του -ι- στις λέξεις αυτές.



                                     

4. Αναλυτικοί πίνακες προφοράς των αρχαίων ελληνικών φωνημάτων

Με αφετηρία τα τεκμήρια της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας συμπεραίνουμε με επαληθεύσιμο τρόπο ότι τα φωνήματα της Αρχαίας Ελληνικής προφέρονταν όπως φαίνεται στους ακόλουθους πίνακες:

                                     

4.1. Αναλυτικοί πίνακες προφοράς των αρχαίων ελληνικών φωνημάτων Προφορά των συμφωνικών φωνημάτων

Σημείωση: Το σύμβολο # δηλώνει αρκτικό μόρφημα λέξεως.

                                     

4.2. Αναλυτικοί πίνακες προφοράς των αρχαίων ελληνικών φωνημάτων Προφορά των φωνηεντικών φωνημάτων

Σημαντικό ρόλο στην προφορά των φωνηέντων της Αρχαίας Ελληνικής παίζει η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων. Χρησιμοποιώντας ως βάση την Αττική διάλεκτο, όπως αναφέρεται στον πρόλογο, μπορούμε να διακρίνουμε πέντε 5 βραχέα και επτά 7 μακρά φωνήεντα. Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η ακριβής πραγμάτωση των εν λόγω φωνηέντων σε κάθε χρονικό σημείο. Στο παρόν άρθρο ακολουθείται η γενικώς αποδεκτή σχηματοποίηση του W. Sidney Allen βλ. βιβλιογραφία, η οποία ανταποκρίνεται τόσο στα γλωσσικά όσο και στα κειμενικά δεδομένα.

                                     

4.3. Αναλυτικοί πίνακες προφοράς των αρχαίων ελληνικών φωνημάτων Συγκριτική νεοελληνική προφορά

Ο ακόλουθος πίνακας περιέχει τη σημερινή προφορά των φθόγγων της ελληνικής γλώσσας. Η προφορά αυτή αποκαλείται επίσης βυζαντινή, επειδή προέκυψε από την κανονική φωνολογική εξέλιξη της γλώσσας, εφαρμόζεται δε και στην ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Υπό το φως των ιστορικών πληροφοριών που αναφέρονται στην εισαγωγή θα ονομαζόταν επίσης ιωτακιστική διότι δεν διακρίνει τη διαφορά των φωνημάτων που συνέπεσαν κατόπιν στο μεσαιωνικό και νεοελληνικό /i, αλλά η συγκεκριμένη ονομασία ανακαλεί τη διαμάχη μεταξύ των οπαδών του Εράσμου και του Γιοχάνες Ρόιχλιν, η οποία δεν έχει πλέον αντικείμενο στη σύγχρονη γλωσσολογία.

                                     

5. Σύγχρονη αποτίμηση και κριτική της ερασμικής προφοράς

Η ανάπτυξη της συγκριτικής γλωσσολογίας από τον 19ο αι. αύξησε αξιοσημείωτα τις γνώσεις μας για τη φωνολογία της Αρχαίας Ελληνικής. Σε αυτό συνέβαλε επίσης η διεύρυνση των σωμάτων κειμένων που λαμβάνονται υπ όψιν για την τεκμηρίωση κάθε φωνολογικής θεωρίας, καθώς ανακαλύφθηκαν μη λογοτεχνικοί πάπυροι και επιγραφές λιγότερο τυπικού ύφους. Η μαζική εισροή στοιχείων από συστήματα συγγενών γλωσσών ανέτρεψε επίσης την επί αιώνες κυριαρχούσα αντίληψη, ότι τα Ελληνικά είχαν κατ ουσίαν την ίδια προφορά από την αρχαιότητα. Οι έννοιες του φωνηεντικού τριγώνου, του συμφωνικού άξονα και οι διαδικασίες μεταβολής που είναι γνωστές ως αφομοίωση, ανομοίωση, αντέκταση, αναδιπλασιασμός κτλ. κατέδειξαν αναντίρρητα ότι οι φωνολογικές αλλαγές που επηρεάζουν την προφορά εξαρτώνται από το φωνητικό περιβάλλον, το οποίο ήταν πολύ διαφορετικό από της Νέας Ελληνικής γλώσσας.

Το γεγονός ότι η επιστημονική κοινότητα αποδέχεται τη συνεισφορά τού Εράσμου στον προσδιορισμό τής προφοράς τής Αρχαίας Ελληνικής δεν σημαίνει ότι η ερασμική προφορά είναι απολύτως ακριβής. Όπως συμβαίνει με κάθε σύστημα αποκαταστάσεως, περιέχει συμβάσεις οι οποίες δεν αντιστοιχούν πάντοτε στην εικαζόμενη αρχαία προφορά. Το γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη τού Κείου για τους νεκρούς τής μάχης των Θερμοπυλών μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα αυτού του σημείου.

  • Κείμενο: Ὦ ξεῖν, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.
  • Επανασυντεθειμένη αρχαία προφορά), ανάγεται στους ελληνιστικούς χρόνους και διαθέτει, ως εκ τούτου, μακρά παράδοση και χρήση. Οι αντιγραφείς των αρχαίων κειμένων τον Μεσαίωνα δεν προέφεραν διαφορετικά τα κείμενα που φρόντισαν να διασωθούν ώς τις ημέρες μας.
  • Η υιοθέτηση της ερασμικής προφοράς από τους ευρωπαίους λογίους ταίριαζε περισσότερο στα συστήματα των δικών τους γλωσσών και εξυπηρέτησε πρακτικά στην εκμάθηση και γραφή τής Αρχαίας Ελληνικής.

Ο Ιωάννης Σταματάκος, επί πολλά χρόνια καθηγητής τής Αρχαίας Ελληνικής φιλολογίας, συνόψισε ως εξής το ζήτημα:

Θὰ ἦτο ἑπομένως μωρία ἐκ μέρους μας νὰ δημιουργήσωμεν ἡμεῖς μεγάλας δυσκολίας παραδεχόμενοι τὴν Ἐρασμιακὴν προφοράν, καθ ἣν στιγμὴν ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος ἤδη εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐξέλιξις τῆς προφορᾶς πρὸς τὴν σημερινὴν πραγματικότητα. Διότι διὰ τοὺς ξένους ἡ Ἐρασμιακὴ προφορὰ δὲν ἀποτελεῖ ἐπανάστασιν, ἢ μᾶλλον ἀνατροπήν, ὑπαρχούσης καταστάσεως. Ἀντιθέτως εἴς τινα σημεῖα συμφωνεῖ πρὸς τὴν προφορὰν τῆς Ἐθνικῆς των γλώσσης, ἐν ᾧ δι ἡμᾶς τοὺς σημερινοὺς Ἕλληνας τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον: ἡμεῖς προφέρομεν κατὰ ἕνα τρόπον τοὺς φθόγγους καὶ τὰς λέξεις τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, θὰ ἦτο δὲ πολὺ δύσκολον νὰ συνηθίσωμεν νὰ προφέρωμεν κατὰ διάφορον τρόπον τοὺς ἰδίους φθόγγους καὶ σχεδὸν τὰς ἰδίας λέξεις, ὅταν εἰδοποιήσωμεν τὸν ἑαυτόν μας ὅτι πρόκειται νὰ ἀναγνώσωμεν ἀρχαῖον κείμενον, δηλ. κατὰ παραγγελίαν, οὐ μόνον δὲ δύσκολον ἀλλὰ καὶ ἄσκοπον, καὶ ἑπομένως ἀνόητον.

Επομένως, μολονότι είναι σκόπιμο να παρέχονται στοιχεία τής αρχαίας προφοράς σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες στις οποίες υπάρχει επαφή με το αρχαίο κείμενο, οι γλωσσολόγοι συμφωνούν ότι δεν εφικτό ούτε λογικό να ζητηθεί η χρήση της ή της προσεγγίζουσας ερασμικής προφοράς από τον Έλληνα σπουδαστή ή λόγιο.



                                     

6. Πηγές

  • Χριστίδης, Α.Φ. 2005: Ιστορία τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
  • Παπαναστασίου, Γ. 2008: Νεοελληνική ορθογραφία. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
  • Χαραλαμπάκης, Χ. 1999: "Η ερασμική προφορά", στο Μ.Ζ. Κοπιδάκη εκδ., Ιστορία τής Ελληνικής Γλώσσας Αθήνα: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
  • Schwyzer, E. 1959 3: Griechische Grammatik. I. München: Beck.
  • Πετρούνιας, Ευ. 2001: "Η προφορά τής κλασικής Ελληνικής", στο Α.Φ. Χριστίδη εκδ., Ιστορία τής Ελληνικής Γλώσσας Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.
  • Allen, W. 2000: Vox graeca. Η προφορά της ελληνικής στην κλασική εποχή, μτφρ. υπό Μ. Καραλή και Γ.Μ. Παράσογλου. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.
  • Μπαμπινιώτης, Γ. 1985: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας. Ι. Φωνολογία. Αθήνα.
  • Lejeune, M. 1972: Phonétique historique du mycénien et du grec ancien. Paris: Klincksieck
  • Τα κείμενα του Εράσμου έχουν αντληθεί από την έκδοση της M. Cytowska, 1973: Opera omnia Desiderii Erasmi Amsterdam.
  • Χατζιδάκις, Γ. 1920 2: Ακαδημεικά Αναγνώσματα, τόμ. Α΄. Αθήνα.
  • Horrocks G. 1997: Greek: a history of the language and its speakers. London: Longman μτφρ. υπό Μ. Σταύρου & Μ. Τζεβελέκου: Ελληνικά: Ιστορία τής γλώσσας και των ομιλητών της. Αθήνα 2006: Εστία.
  • Σταματάκος, Ι. 1973 3: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής κατά τα πορίσματα της συγκριτικής γλωσσολογίας. Αθήνα.
  • Συμεωνίδης, Χ. 1985: Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. Ι. Φωνητική. Θεσσαλονίκη.
  • Μπαμπινιώτης, Γ. 2002 5: Συνοπτική ιστορία τής ελληνικής γλώσσας. Αθήνα.
  • Sihler, Α. 1995: New comparative grammar of Greek and Latin. Oxford: OUP.
  • Pernot, H. 1921: DHomère à nos jours. Histoire, écriture, prononciation du grec. Paris: Garnier.
                                     

7. Πρόσθετη βιβλιογραφία

  • Lupaş, L. 1972: Phonologie du grec attique. The Hague.
  • Jannaris, A. 1897: An Historical Greek Grammar Chiefly of the Attic Dialect As Written and Spoken From Classical Antiquity Down to the Present Time. London.
  • Rix, H. 1992 2: Historische Grammatik des Griechischen. Laut- und Formenlehre. Darmstadt.
  • Meillet, A. & J. Vendryes 1968 4: Traité de grammaire comparée des langues classiques. Paris.
  • Threatte L. 1980: The grammar of Attic inscriptions, Band 1: Phonology, Berlin.
  • Karvounis, Chr. 2008: Aussprache und Phonologie im Altgriechischen. Wiss. Buchgesellschaft, Darmstadt, ISBN 978-3-534-20834-0
  • Teodorsson, S.T. 1978: The phonology of Attic in the Hellenistic period. Acta Universitatis Gothoburgensis, Göteborg.
  • Bartoněk, A. 1966: Development of the Long-Vowel System in Ancient Greek. Prague.
  • Teodorsson, S.T. 1977: The phonology of Ptolemaic Koine Studia Graeca et Latina Gothoburgensia. Göteborg.
  • Palmer, L.R. 1980: The Greek language. London.
  • Meillet, A. 1965 7: Aperçu d’une histoire de la langue grecque. Paris.
  • Grammont, M. 1948: Phonétique du grec ancien. Lyon.
  • Teodorsson, S.T. 1974: The Phonemic System of the Attic Dialect 400-340 B.C. Stockholm.
  • Stanford, W.B. 1967: The Sound of Greek. California.
Free and no ads
no need to download or install

Pino - logical board game which is based on tactics and strategy. In general this is a remix of chess, checkers and corners. The game develops imagination, concentration, teaches how to solve tasks, plan their own actions and of course to think logically. It does not matter how much pieces you have, the main thing is how they are placement!

online intellectual game →