Back

ⓘ Λαϊκή Λατινική γλώσσα



                                               

AV

Στην Αβελλίνο επαρχία της Ιταλίας ως διακριτικά κυκλοφορίας οχημάτων. Στην Ανγκουίλα, Βρετανικό υπερπόντιο έδαφος, κατά FIPS 10-4, και παρωχημένος κωδικός NATO.

                                               

Διεθνής Μαρξιστική Τάση

Η Διεθνής Μαρξιστική Τάση είναι διεθνής τροτσκιστική τάση που ιδρύθηκε από τον Τεντ Γκραντ και τους οπαδούς του μετά τη διάσπαση με την Επιτροπή για μια Εργατική Διεθνή στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας τους, www.marxist.com, είναι ο Άλαν Γουντς. Ο ιστότοπος είναι πολύγλωσσος και σε αυτόν δημοσιεύονται άρθρα διεθνούς επικαιρότητας που έχουν γραφτεί από μαρξιστική σκοπιά, καθώς και πολλά ιστορικά και θεωρητικά άρθρα. Η ΔMT δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 40 χώρες παγκοσμίως.

                                               

Δραχμάναγα

Η Δραχμάναγα είναι στενά κομβικής σημασίας κατά τα παλαιότερα χρόνια, στην κεντρική Όθρυ του νομού Φθιώτιδας. Το στενό που ο Ρωμαίος ιστορικός Λίβιος ανέφερε ως "Κοίλα" ή ορθότερα "Κοίλα της Θεσσαλίας" σε αντιδιαστολή με αυτά της Εύβοιας, στη λαϊκή γλώσσα "Δερβέν Φούρκα". Η λέξη Φούρκα είναι λατινική και σημαίνει δίκρανο στον πληθυντικό δε, σημαίνει στενά. Για το στενό αυτό ο Άγγλος περιηγητής του 18ου αιώνα Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ γράφει: "Ανεβαίνοντας τη ράχη κατά το μήκος του λαιμού που σχηματίσθηκε από μικρό χείμαρρο, φτάνουμε από το Δομοκό μετά από 2 ¾ ωρών πορεία στο Δερβένι, όπου σταθμεύ ...

                                               

Στάνισλαβ Τίλλιχ

Ο Στάνισλαβ Τίλλιχ Γερμανική προφορά: ; Άνω Σορβικά: Stanisław Tilich; γεννημένος στις 10 Απριλίου 1959 είναι Γερμανός πολιτικός του CDU. Διετέλεσε 3ος Πρωθυπουργός της Σαξονίας από το 2008 έως το 2017. Από την 1η Νοεμβρίου 2015 έως τις 31 Οκτωβρίου 2016 διετέλεσε πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Γερμανίας Bundesrat και αυτεπαγγέλτως αναπληρωτής του προέδρου της Γερμανίας. Ο Τίλλιχ είναι σορβικής εθνικότητας και ζει στην Πάνσβιτς-Κούκαου Pančicy-Kukow, η οποία απέχει 35 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Δρέσδης κοντά Κάμενζ.

Λαϊκή Λατινική γλώσσα
                                     

ⓘ Λαϊκή Λατινική γλώσσα

Η λαϊκή ή δημώδης λατινική είναι όρος-ομπρέλα, ο οποίος καλύπτει τις διαλέκτους της λατινικής γλώσσας που ομιλούνταν κυρίως στις δυτικές επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μέχρις ότου αυτές οι διάλεκτοι, αποκλίνοντας ακόμη περισσότερο, εξελίχθηκαν στις πρώιμες ρομανικές γλώσσες κατά τον 9ο αιώνα.

Η ομιλουμένη Λατινική διέφερε από τη λογοτεχνική κλασική Λατινική στην προφορά, το λεξιλόγιο και τη γραμματική. Κάποια χαρακτηριστικά της δημώδους Λατινικής δεν εμφανίστηκαν παρά στην ύστερη Αυτοκρατορία. Άλλα χαρακτηριστικά της υπήρχαν πιθανόν στην ομιλουμένη Λατινική, τουλάχιστον στις πρωτογενείς μορφές τους, πολύ νωρίτερα. Οι περισσότεροι ορισμοί της δημώδους Λατινικής την παρουσιάζουν ως προφορική παρά ως γραπτή γλώσσα, επειδή οι μαρτυρίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ομιλουμένη Λατινική διασπάστηκε σε αποκλίνουσες διαλέκτους αυτή την περίοδο. Επειδή κανείς τότε δεν μετέγραψε φωνητικά την καθημερινή ομιλία των Λατίνων, οι μελετητές της λαϊκής Λατινικής πρέπει να χρησιμοποιούν έμμεσες μεθόδους.

Η γνώση μας για τη δημώδη Λατινική προέρχεται από τρεις κύριες πηγές: Πρώτον, η συγκριτική μέθοδος μπορεί να επανασυνθέσει τις υποκείμενες μορφές των μαρτυρημένων ρομανικών γλωσσών και να επισημάνει τη διαφορά τους από την κλασική Λατινική. Δεύτερον, διάφορα κείμενα ρυθμιστικών γραμματικών της υστερολατινικής περιόδου καταδικάζουν γλωσσικά σφάλματα που πιθανόν διέπρατταν οι ομιλητές, παρέχοντάς μας ενόραση ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι ομιλητές της Λατινικής χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα τους. Τρίτον, οι σολοικισμοί και οι μη κλασικές χρήσεις, που απαντούν ενίοτε στα υστερολατινικά κείμενα, ρίχνουν επίσης φως στην ομιλουμένη γλώσσα. Τέταρτον, ορισμένα γλωσσάρια, γραμμένα κυρίως για να καταδείξουν τη διαφορά σημασίας μεταξύ των λέξεων, καταδεικνύουν πόσο απείχε η δημώδης από την κλασική Λατινική.

                                     

1. Προσδιορισμός της δημώδους Λατινικής

Ο όρος vulgaris σημαίνει απλώς "κοινή" ή "λαϊκή" γλώσσα, ο δε όρος δημώδης Λατινική χρησιμοποιείται από τους μελετητές με ποικιλία σημασιών.

  • Με στενότερη έννοια, ο όρος Δημώδης Λατινική αποδίδεται ενίοτε στην υποθετική Πρωτορομανική γλώσσα, από την οποία προήλθαν οι Δυτικές Ρομανικές γλώσσες τέτοιες νοούνται όσες βρίσκονται βορειοδυτικά της γραμμής La Spezia – Rimini: Γαλλία, Ιβηρική χερσόνησος, καθώς και η ανεπαρκώς μαρτυρημένη ρομανική γλώσσα της ΒΔ. Αφρικής. Κατά την υπόθεση αυτή, η ΝΑ. Ιταλική, η Ρουμανική και η Δαλματική αναπτύχθηκαν χωριστά.
  • Ο όρος χρησιμοποιείται μερικές φορές για να δηλώσει τους μορφολογικούς νεωτερισμούς μερικών υστερολατινικών κειμένων, όπως η Peregrinatio Aetheriae 4ος αι., αφήγηση μοναχής σχετικά με το ταξίδι της στην Παλαιστίνη και στο Όρος Σινά, τα έργα τού Γρηγορίου της Τουρ. Επειδή οι κειμενικές μαρτυρίες τύπων της δημώδους Λατινικής είναι σπάνιες, τα έργα αυτά είναι πολύτιμα για τους φιλολόγους, κυρίως διότι η σποραδική παρουσία ποικιλιών ή λαθών στην ορθογραφία παρέχει ενδείξεις για την ομιλουμένη γλώσσα της περιόδου στην οποία ανήκουν.
  • Δηλώνει τον υποθετικό πρόγονο των Ρομανικών γλωσσών Πρωτορομανική. Η συγκεκριμένη γλώσσα δεν είναι γνωστή με άμεσες μαρτυρίες, παρά μόνο διαμέσου μερικών εγχάρακτων επιγραφών. Η Λατινική υπέστη αξιοσημείωτες φωνητικές μεταβολές, οι οποίες είναι δυνατόν να επανασυντεθούν βάσει των αλλαγών που εμφανίζουν οι απόγονοί της, οι Ρομανικές λαϊκές γλώσσες.
  • Δηλώνει την ομιλουμένη Λατινική της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η κλασική Λατινική υπήρξε εξ αρχής μάλλον τεχνητή γραπτή γλώσσα και, στην πραγματικότητα, η Λατινική που έφεραν οι Ρωμαίοι στρατιώτες στις επαρχίες της Γαλατίας, της Ιβηρίας ή της Δακίας δεν ήταν απαραιτήτως η γλώσσα τού Κικέρωνος. Με πιο αυστηρή διάκριση, η δημώδης Λατινική ήταν ομιλουμένη γλώσσα, ενώ η Υστερολατινική αποτελούσε γραφομένη γλώσσα, η οποία σε γενικές γραμμές παρουσίαζε ελαφρά διαφοροποίηση από τα προηγούμενα κλασικά πρότυπα.

Έργα της κλασικής λατινικής περιόδου, που όμως είναι γραμμένα σε μη υψηλού ύφους γλώσσα, αποκαλύπτουν επίσης κάποιες πλευρές τού κόσμου της δημώδους Λατινικής. Τα έργα τού Πλαύτου και του Τερεντίου, κωμωδίες με χαρακτήρες δούλους, διατηρούν ορισμένα πρωτογενή χαρακτηριστικά της υστερολατινικής γλώσσας, όπως συμβαίνει επίσης με τα λόγια των απελευθέρων στο απόσπασμα Cena Trimalchionis από το μυθιστόρημα Satyricon του Πετρωνίου.

Η δημώδης Λατινική γνώρισε ανόμοια ανάπτυξη στις διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και σταδιακά εξελίχθηκε στις γλώσσες που είναι σήμερα γνωστές ως Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική, Πορτογαλική, Ρουμανική, Καταλανική και Ρομανσική. Παρ’ ότι σε όλες αυτές τις περιοχές η Λατινική ήταν η επίσημη γλώσσα, η δημώδης μορφή της αποτελούσε την ομιλουμένη κοινή, μέχρις ότου οι νέες τοπικές μορφές απέκλιναν τόσο από τη Λατινική, ώστε να αποκτήσουν τον χαρακτήρα χωριστής γλώσσας.

Θεωρείται ότι τον 3ο αιώνα μ.Χ. σημαντικό μέρος τού λεξιλογίου υφίστατο αλλαγές λ.χ. equus → cavallus "άλογο", πρόσφατες δε μελέτες που πιθανώς χρειάζονται περαιτέρω επιστημονική τεκμηρίωση υποδεικνύουν ότι και η προφορά άρχισε επίσης να διαφοροποιείται και να προσομοιάζει, ήδη έκτοτε, στις σύγχρονες κατά τόπους προφορές. Πιθανολογείται ότι η εμφανέστερη επίδραση έγινε αρχικώς αισθητή στην περιοχή της Νάπολης.

Εντούτοις, οι αλλαγές δεν θα μπορούσαν να είναι ομοιόμορφες σε όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας. Συνεπώς, οι μεγαλύτερες διαφορές θα εντοπίζονταν πιθανότατα σε επί μέρους τύπους της δημώδους Λατινικής σε διαφορετικές περιοχές, πράγμα που εν μέρει οφειλόταν και στην πρόσκτηση νέων "ντόπιων" θεμάτων. Παρ’ όλα αυτά, είναι αξιοσημείωτο ότι η εν λόγω θεωρία στηρίζεται ως επί το πλείστον σε εκ των υστέρων επανασύνθεση μάλλον παρά στα κείμενα. Επί αρκετούς αιώνες μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η δημώδης Λατινική εξακολουθούσε να συνυπάρχει με τη γραπτή Υστερολατινική. Αυτό συνέβαινε διότι όταν οι ομιλητές κάποιας από τις τοπικές ρομανικές διαλέκτους χρειαζόταν να συντάξουν γραπτό κείμενο και να χρησιμοποιήσουν κατάλληλη γραμματική και ορθογραφία, αυτό που προέκυπτε ήταν μια γλώσσα η οποία συμμορφωνόταν, τουλάχιστον εξωτερικά, προς τους κανόνες της κλασικής Λατινικής. Ωστόσο, κατά την Τρίτη Σύνοδο της Τουρ το 813 δόθηκε εντολή στους ιερείς να κηρύττουν στην κοινή γλώσσα, προκειμένου να γίνονται κατανοητοί. Αυτή ήταν είτε η rustica lingua romanica "αγροτική ρομανική γλώσσα", όπως απεκαλείτο η δημώδης Λατινική για να διαχωρίζεται από την αρχαϊκή πλέον εκκλησιαστική Λατινική, είτε η Γερμανική. Μέσα σε μία γενεά μετά τη Σύνοδο της Τουρ, συγκεκριμένα το 842, οι Όρκοι του Στρασβούργου περιέχουν τη συμφωνία μεταξύ δύο διαδόχων τού Καρλομάγνου γράφτηκαν σε ρομανική γλώσσα, η οποία προφανώς δεν ήταν η Λατινική.

Ακολουθεί απόσπασμα από το κείμενο των Όρκων:

Pro Deo amur et pro christian poblo et nostro commun salvament, dist di in avant, in quant Deus savir et podir me dunat, si salvarai eo cist meon fradre Karlo et in ajudha et in cadhuna cosa, si cum om per dreit son fradra salvar dift, in o quid il me altresi fazet, et ab Ludher nul plaid numquam prindrai, qui, meon vol, cist meon fradre Karle in damno sit. Μετάφραση: Για την αγάπη τού Θεού και για τον λαό των χριστιανών και την κοινή μας σωτηρία, από την ημέρα αυτήν και εξής, όσο ο Θεός μού δίνει σοφία και δύναμη, θα προστατεύω τον αδελφό μου Κάρολο, με βοήθεια ή οτιδήποτε άλλο, όπως ο καθένας οφείλει να προστατεύει τον αδελφό του, ώστε και αυτός να κάνει το ίδιο για εμένα και ποτέ δεν πρόκειται εν γνώσει μου να συνάψω συνθήκη με τον Λοθάριο, η οποία θα έθετε σε κίνδυνο τον αδελφό μου Κάρολο.

Η Υστερολατινική, η οποία εξακολουθούσε να έχει ως κέντρο τη Ρώμη, λογικά αντανακλά αυτές τις προσκτήσεις, αποτυπώνοντας έτσι τις μεταβολές που συνέβαιναν στην περιοχή της, η οποία σε γενικές γραμμές ταυτίζεται με την Ιταλία. Η επίσημη Λατινική ήταν τότε "καθηλωμένη" ή παγιωμένη, όπως προκύπτει τόσο από την κωδικοποίηση της ρωμαϊκής νομολογίας υπό τον Ιουστινιανό όσο και από την εκκλησιαστική γλώσσα. Η γλώσσα αυτή παρουσιάζεται ενοποιημένη στους αντιγραφείς τού μεσαίωνα και έκτοτε σαφώς διαχωρισμένη από τα ήδη ανεξάρτητα λαϊκά ρομανικά ιδιώματα. Η γραπτή γλώσσα της εποχής είναι γνωστή ως Μεσαιωνική Λατινική. Τα λαϊκά ρομανικά ιδιώματα αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστές γλώσσες και άρχισαν να αναπτύσσουν δικό τους κανονιστικό πρότυπο και ορθογραφία. Ο όρος Δημώδης Λατινική παύει να εφαρμόζεται πλέον τόσο στη γραπτή γλώσσα όσο και στα παραπάνω ιδιώματα.

                                     

2.1. Φωνολογία Φωνήεντα

Προς το τέλος τής αυτοκρατορικής περιόδου έλαβε χώρα μια σημαντική μεταβολή, η οποία επέφερε ανακατάταξη σε ολόκληρο το φωνηεντικό σύστημα και άφησε ίχνη σε όλες τις ρομανικές γλώσσες. Η Λατινική διέθετε δέκα διακριτά φωνήεντα, μακρά και βραχέα /a, /e, /i, /o, /u, τρεις διφθόγγους, /ae, /oe, /au/ και /ui/ κατά μία άποψη, ενώ πιθανώς εισήχθη ως δάνειο από την Ελληνική το μακρό και βραχύ -υ- δηλ. /ü/.

Κατά την εν λόγω περίοδο, υπήρξε σταδιακή μετακίνηση των φωνηέντων ως προς τον τόπο αρθρώσεως και επιπλέον μεταβολή της ποσότητας, η οποία επηρέασε όλα τα φωνήεντα εκτός από το /a/. Τα μακρά φωνήεντα βραχύνθηκαν και τα βραχέα επιμηκύνθηκαν, ώσπου κατέληξαν σε φωνήεντα μέσου ανοίγματος. Με φωνητικούς όρους συντελέστηκαν οι ακόλουθες αλλαγές:

  • Απώλεια των τελικών ερρίνων σε κλειστές συλλαβές mensa, non mesa.
  • Στένωση των συλλαβικών /e/ και /i/ σε /j, διαδικασία που στα Ελληνικά επέφερε τη συνίζηση vinea, non vinia.
  • Εξάλειψη της διάκρισης μεταξύ /o/ και /u/ coluber, non colober, /e/ και /i/ dimidius, non dimedius.
  • Εξάλειψη της διάκρισης μεταξύ των ενδοφωνηεντικών /b/ και /v/ bravivum, non brabivum.
  • .

    Στο λατινικό αλφάβητο δεν υφίστατο διάκριση μεταξύ των γραμμάτων U και V, I και J ώς τη νεότερη περίοδο. Τα κεφαλαία U, J δεν υπήρχαν, τα δε μικρά j, v αποτελούσαν απλώς γραπτές ποικιλίες των i, u αντιστοίχως. Οι εν λόγω γραπτές ποικιλίες χρησιμοποιούνταν κυρίως στην αρχή των λέξεων για αισθητικούς σκοπούς ή για να διαφοροποιούνται τα γράμματα i, u από τα παρόμοιου σχήματος n, m. Μόνο από τον 16ο αι. και εξής αποδίδεται συμφωνική αξία στα γραφήματα j και v, ενώ τα i και u δήλωναν πλέον μόνο φωνήεντα. Η ταξινόμηση αυτή πιθανώς οφείλεται στο γεγονός ότι η συμφωνική αξία των I, V ούτως ή άλλως απαντά συνηθέστερα στην αρχή των λέξεων. Τότε μόνο εισήχθησαν στη γραφή τα κεφαλαία U, J, προκειμένου να αποτυπωθεί η φωνολογική διαφοροποίηση και στη μεγαλογράμματη γραφή.

    Μια αξιοπαρατήρητη αλλαγή που συνέβη στις δυτικές ρομανικές περιοχές ήταν η εισαγωγή ενός προθετικού φωνήεντος σε λέξεις που άρχιζαν από συμφωνικό σύμπλεγμα #sC- s + σύμφωνο. Κατά συνέπεια, το λατ. spatha < αρχ. σπάθη κληρονομείται από την Ισπανική και την Πορτογαλική ως espada, από την Καταλανική ως espasa και από τη Γαλλική ως épée. Οι ανατολικές ρομανικές γλώσσες διατήρησαν την ευφωνία προσθέτοντας το φωνήεν στο προηγούμενο άρθρο, αν ήταν αναγκαίο. Έτσι, η Ιταλική δεν χρειάζεται προθετικό φωνήεν στο la spada "σπάθη", αλλά τρέπει το αρσ. άρθρο il σε lo, όταν ακολουθεί σύμπλεγμα που το απαιτεί: lo spaghetto, lo zucchero.

    Όπως θα αναλυθεί και παρακάτω, η απώλεια των τελικών συμφώνων οδήγησε σε αναδιάρθρωση της κατηγορίας τού γραμματικού γένους στις ρομανικές γλώσσες. Στην κλασική Λατινική οι καταλήξεις -us, -um εξυπηρετούσαν τη διάκριση μεταξύ αρσενικού και ουδετέρου και αποτελούσαν δείκτες της πτώσεως ονομαστικής ή αιτιατικής κατά περίπτωση. Η αποδυνάμωση και κατόπιν σίγηση των τελικών -s, -m επέφερε τη συγχώνευση των αρσενικών και των ουδετέρων ονομάτων, την οποία παρατηρούμε πλήρως στις ρομανικές γλώσσες. Ορισμένα ουδέτερα, λ.χ. gaudia "χαρές", υπέστησαν επανανάλυση ως θηλυκά λόγω της σύμπτωσης των ληκτικών τερμάτων.

    Η απώλεια του τελικού -m φαίνεται ότι είχε ξεκινήσει από τότε που διαθέτουμε γραπτές μαρτυρίες της Λατινικής. Επί παραδείγματι, στην επιτύμβια επιγραφή για τον Λεύκιο Κορνήλιο Σκιπίωνα Lucius Cornelius Scipio, ο οποίος πέθανε περί το 150 π.Χ., διαβάζουμε: TAVRASIA CISAVNA SAMNIO CEPIT, που θα γραφόταν ως εξής στην κλασική Λατινική: Taurāsium, Cisaunam, Samnium cēpit. Εντούτοις, το τελικό -m διατηρείται με συνέπεια στη λογοτεχνική γλώσσα, αν και συχνά στην ποίηση αντιμετωπίζεται σαν σιγηλός φθόγγος για μετρικούς λόγους.

                                     

2.2. Φωνολογία Μαρτυρίες των αλλαγών

Όπως συνέβη και στην ελληνιστική Κοινή, πολύτιμες ενδείξεις των μεταβολών παρέχονται από συγγράμματα που τις καταδικάζουν. Προς το τέλος τού 3ου αι. συντάχθηκε σχετικά με τη Λατινική το κείμενο Appendix Probi "Συλλογή Δοκίμων", μια συλλογή λέξεων "γλωσσών" που υποδεικνύει τους σωστούς κλασικούς τύπους αντί των λαϊκών. Τέτοιες μαρτυρίες συνήθως αποκαλύπτουν τάσεις που επικρατούσαν στην ομιλουμένη γλώσσα, τόσο ως προς το λεξιλόγιο όσο και ως προς τη μορφολογία, και φανερώνουν την κατεύθυνση των αλλαγών.

Οι "γλώσσες" τού Appendix Probi δηλώνουν τη λειτουργία των ακόλουθων μεταβολών:

  • Τάση για συγκοπή και απώλεια των ατόνων φωνηέντων masculus, non masclus.
  • Εξομάλυνση δεικτών τού γραμματικού γένους pauper mulier, non paupera mulier.
  • Εξομάλυνση ανώμαλων τύπων glis, non gliris.
  • Αντικατάσταση μη μαρκαρισμένων τύπων από υποκοριστικά.

Φυσικά, ακριβώς όπως στην Ελληνική πολλοί από τους καταδικασμένους τύπους αποδείχθηκαν παραγωγικοί στις ρομανικές γλώσσες: λ.χ. oricla, αρχικώς "αφτάκι", από όπου γαλλ. oreille, ισπ. oreja, ιταλ. orecchio, ρουμ. ureche, πορτ. ortelha. Ο κλασικός τύπος auris δεν διατηρήθηκε.



                                     

3. Λεξιλόγιο

Ορισμένες λέξεις γνωστές στην κλασική Λατινική εξαφανίζονται πλέον από το λεξιλόγιο, αν και ίχνη τους μπορούν να βρεθούν στις διάφορες ρομανικές γλώσσες. Το κλασικό λατ. equus "ίππος" αναπληρωνόταν διαρκώς στη χρήση από τον όρο caballus, όπως δείχνουν οι σύγχρονες γλώσσες. Ο διπλανός πίνακας παρουσιάζει έναν μικρό κατάλογο κλασικών και ρομανικών λέξεων, με σκοπό να καταδείξει τη διαδικασία της αντικατάστασης.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ορισμένες από τις κλασικές λέξεις που απουσιάζουν από τη δημώδη Λατινική, αποτέλεσαν αντικείμενο αναδανεισμού ως λόγιοι όροι στη Μεσαιωνική και στη Νεολατινική. Οι λεξιλογικές αλλαγές επηρέασαν ακόμη και θεμελιώδη γραμματικά μόρια και συνδέσμους της Λατινικής και, ως αποτέλεσμα, αρκετά εξαφανίστηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνη στις ρομανικές γλώσσες, λ.χ. an "ή – αν", at "αλλά", autem "όμως", donec "όσον καιρό, μέχρι", enim αντίστοιχο του αρχ. γαρ, ergo "χάριν", etiam "ακόμη, επιπλέον", haud αρχαϊκό αρνητικό μόριο, igitur "λοιπόν", ita "έτσι", nam "δηλαδή, επομένως", postquam "επειδή, διότι", quidem βεβαιωτικό μόριο, quin "κανείς", quoque "επιπρόσθετα, επιπλέον", sed "αλλά", vel διαζευκτικός σύνδ. κ.ά. Ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι η δημώδης Λατινική έχασε τη δυνατότητα εκφράσεως των συνδετικών και συντακτικών σχέσεων που δηλώνονταν από τις ανωτέρω λέξεις και έγινε έτσι φτωχότερη γλώσσα οι λειτουργίες αυτές αποδίδονται πλέον από άλλους συνδέσμους ή δηλώνονται περιφραστικά και, επομένως, σαφέστερα.

Από την άλλη πλευρά, η κληρονομία των στοιχείων τού λατινικού λεξιλογίου δεν υπήρξε ομοιόμορφη στις ρομανικές γλώσσες, καθώς η δημώδης και η λόγια μορφή της γλώσσας είχαν επί αρκετό διάστημα ταυτόχρονη ιστορία. Επί παραδείγματι, η δημώδης Λατινική δεν διατηρεί τη λεπτή διάκριση των κλασικών αντωνυμικών επιθέτων omnis "έκαστος, κάθε" και totus "όλος". Όμως, ίχνη των επιθέτων αυτών συναντούμε στις επί μέρους γλώσσες: Το ιταλ. ogni "κάθε" διατηρεί το λατ. omnes πληθ., ενώ άλλες γλώσσες χρησιμοποιούν για την ίδια σημασία τύπους που ανάγονται στο λατ. totum αιτιατική τού totus, λ.χ. ιταλ. tutto, ισπ. todo, γαλλ. tout, πορτ. tudo, καταλαν. tot, ρουμ. tot.

Ακόμη, η συνεχιζόμενη εκπαίδευση με βάση το κλασικό λατινικό πρότυπο είχε ως αποτέλεσμα τον αναδανεισμό λατ. λέξεων που προέρχονταν από το υψηλότερο ή λόγιο ύφος και την επανενεργοποίησή τους στη γλώσσα, όπου ενίοτε συνυπάρχουν με τον εξελιγμένο δημώδη τύπο. Τέτοιες λέξεις διακρίνονται αμέσως από την απουσία των αναμενόμενων φωνητικών μεταβολών.

Παραδείγματα:

  • Το λατ. επίθ. συγκριτικού βαθμού mājor "μείζων, μεγαλύτερος" εξελίχθηκε κανονικά στο γαλλ. maire "δήμαρχος", όπου είναι προφανές ότι το ημίφωνο -j- απώλεσε τη συμφωνική αξία του και οδήγησε σε φωνητική αλλαγή γνωστή και στην ελληνική γλώσσα: είχε πλέον πάψει να λειτουργεί.

Η συνύπαρξη κλασικού όρου με δημώδη επέφερε σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολή σημασίας ή ανακατάταξη ως προς το περιβάλλον χρήσεως της λέξης. Επί παραδείγματι, ο κλασικός λατ. όρος caput, -itis "κεφάλι" υποχώρησε σε μερικές δυτικές ρομανικές γλώσσες προ του δημώδους testa, όπως μαρτυρείται από τα γαλλ. tête "κεφάλι", ιταλ. testa "κεφάλι". Εντούτοις, στις ίδιες γλώσσες διατηρήθηκε η λ. caput υπό τη φωνητικά εξελιγμένη μορφή της, αποκτώντας πλέον τη μεταφορική σημ. "επί κεφαλής, ηγέτης": γαλλ. chef, ιταλ. capo, πβ. κ. ισπ. jefe. H αρχική σημασία της λατ. λέξης διατηρήθηκε στη Ρουμανική, όπου συνυπάρχουν οι όροι cap και ţeastă με τη σημ. "κεφάλι", αλλά ο κλασικός όρος χρησιμοποιείται κυρίως στην ανατομική. Στην Ιβηρική χερσόνησο η σημ. "κεφάλι" δηλώνεται από τα ισπ. cabeza και πορτ. cabeça, που ανάγονται στο δημώδες λατ. *capetia < λατ. caput, -itis, ενώ η Πορτογαλική διατήρησε τη λ. testa στη σημ. "μέτωπο". Ορισμένοι γλωσσολόγοι παρατηρούν σε αυτή την περίπτωση στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη θεωρία τού Ιταλού M. Bartoli, ότι οι περιφερειακές γλώσσες τείνουν να είναι συντηρητικότερες και να διατηρούν αξιοσημείωτους αρχαϊσμούς.

Αρκετά συνήθης κατά την περίοδο αυτήν είναι η προθεματοποίηση των ρημάτων, με αποτέλεσμα να εκτοπίζονται οι απλοί τύποι. Παρατηρείται επίσης μεγάλη αύξηση της χρήσης επιθημάτων όπως -bilis, -arius, -itare, icare, με σκοπό την αποφυγή των ανώμαλων μορφών ή την ομαλοποίηση του γραμματικού γένους.

Πολύτιμη συνεισφορά στις γνώσεις για τη δημώδη Λατινική στη Γαλλία παρέχουν οι ονομαζόμενες γλώσσες Ρεσνό Reicheneau glosses, που οφείλουν την ονομασία τους στο φερώνυμο αββαείο, το οποίο βρίσκεται στη Λίμνη της Κωνσταντίας Bodensee στη Γερμανία. Πρόκειται για συλλογή λέξεων γραμμένων στο περιθώριο ενός αντιγράφου της Λατινικής Βουλγάτας, που αποσκοπούσε στην ερμηνεία λατινικών λέξεων οι οποίες δεν γίνονταν πλέον αμέσως κατανοητές τον 8ο αιώνα, περίοδο συγγραφής της συλλογής. Η ερμηνεία δίδεται στον τύπο δημώδους Λατινικής από τον οποίο πιστεύεται ότι προήλθε η παλαιά Γαλλική.

Στον ακόλουθο κατάλογο των γλωσσών Ρεσνό προηγείται η λατινική λέξη και έπεται ο αντίστοιχος όρος της δημώδους Λατινικής που την επεξηγεί. Οι μαρτυρίες αυτές καταδεικνύουν λεξιλογική αντικατάσταση, η οποία συνήθως επικράτησε στις ρομανικές γλώσσες:

  • in ore "στο στόμα" || in bucca.
  • arena "άμμος" || sabulo.
  • femur "μηρός" || coxa.
  • canere "τραγουδώ" || cantare.

Ορισμένες λέξεις τού καταλόγου μαρτυρούν γραμματικές αλλαγές:

  • saniore "υγιέστερα" || plus sano.
  • singulariter "μόνο" || solamente.

Στον κατάλογο εμφανίζονται επίσης δάνεια από τις γερμανικές γλώσσες:

  • Gallia "Γαλατία" || Francia "Γαλλία" > γαλλ. France, όπως και σε άλλες γλώσσες όρος που αρχικώς δήλωνε το γερμανικό φύλο των Φράγκων και αποδόθηκε στην κελτική και ρωμαϊκή Γαλατία.
  • turbas "πλήθη, όχλος" || fulcos πβ. γερμ. Volk, από όπου γαλλ. foule, ιταλ. folla αλλά ισπ. turbia, πορτ./καταλαν. turba.
  • galea "κράνος, περικεφαλαία" || helme πβ. γερμ. Helm, από όπου γαλλ. heaume, ιταλ./πορτ. elmo, ισπ. yelmo, καταλαν. elm.

Ακόμη ο κατάλογος περιέχει λέξεις που παρουσιάζουν μεταβολή σημασίας:

  • milites "στρατιώτες" || servientes, αρχική σημ. "υπηρέτες" > γαλλ. sergent, ιταλ. sergente.
  • ager "αγρός" || campus, αρχική σημ. "πεδιάδα" > γαλλ. champ, ισπ. campo.
  • caseum αιτ. "τυρί" || formaticum, αρχικά στη φρ. caseus formaticus "τυρί με καθορισμένη μορφή, σε φόρμα".
                                     

4.1. Μορφολογία Απώλεια του πτωτικού συστήματος των ονομάτων

Οι φωνητικές μεταβολές που συνέβησαν στη δημώδη Λατινική δυσχέραναν τη διατήρηση του πτωτικού συστήματος των ονομάτων της κλασικής Λατινικής και εν τέλει στάθηκαν μοιραίες για το περίπλοκο σύστημα των πέντε κλιτικών τάξεων που είχε η γλώσσα. Ως αποτέλεσμα, στη δημώδη Λατινική παρατηρούμε τη μετεξέλιξη μιας συνθετικής γλώσσας σε αναλυτική, στην οποία η σειρά των όρων αποτελεί αποφασιστικό στοιχείο της σύνταξης. Η απώλεια του τελικού /m, η απώλεια των μακρών φωνηέντων και ο μονοφθογγισμός τού /ae/ σε /e/ προκάλεσαν καταλυτική αλλαγή στο σύστημα ενός ομαλού ουσιαστικού α΄ κλίσεως όπως το rosa "τριαντάφυλλο" βλ. πίνακα παραπλεύρως.

Η πλήρης απώλεια του πτωτικού συστήματος επήλθε σταδιακά. Η παλαιά Γαλλική εξακολουθούσε να διατηρεί τη διάκριση μεταξύ ονομαστικής και πλαγίων πτώσεων γνωστή ως cas sujet – cas régime, η οποία τελικά παύει να απαντά στη γλώσσα κατά τον 12ο και 13ο αι., ανάλογα με τη διάλεκτο. Παρόμοια διάκριση διατηρούσε επίσης η παλαιά Οξιτανική, καθώς και ορισμένες Ραιτορομανικές διάλεκτοι μέχρι πριν από λίγους αιώνες. Η Ρουμανική εξακολουθεί να διακρίνει τη γενική/δοτική πτώση μαζί με ίχνη κλητικής.

Η διάκριση μεταξύ ενικού και πληθυντικού αριθμού χαρακτηρίζεται με δύο τρόπους στις ρομανικές γλώσσες. Βόρεια και δυτικά της γραμμής La Spezia – Rimini, η οποία διατρέχει τη Βόρεια Ιταλία, ο ενικός συνήθως διακρίνεται από τον πληθυντικό μέσω του τελικού –s, το οποίο επεκτάθηκε αναλογικά καθώς ήταν παρόν στην αιτιατική πληθυντικού των αρσενικών και θηλυκών ονομάτων όλων των κλίσεων. Νότια και ανατολικά της εν λόγω γραμμής, η διάκριση χαρακτηρίζεται μέσω μεταβολής των τελικών φωνηέντων, όπως συμβαίνει στη σύγχρονη Ιταλική και στη Ρουμανική. Η συγκεκριμένη εξέλιξη διατήρησε και γενίκευσε τη διάκριση που εμφάνιζαν στη Λατινική τα ονόματα πρώτης και δεύτερης κλίσεως στην ονομαστική πληθυντικού.

                                     

4.2. Μορφολογία Η εξέλιξη του άρθρου

Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί επακριβώς το σημείο κατά το οποίο εμφανίστηκε το οριστικό άρθρο, που απουσιάζει από την κλασική Λατινική αλλά είναι παρόν υπό διάφορες μορφές σε όλες τις ρομανικές γλώσσες. Είναι πιθανόν ότι, επειδή αναπτύχθηκε κατ’ εξοχήν στον προφορικό λόγο ως εμφατικός δείκτης, δεν σημειωνόταν στη γραφομένη Λατινική, μέχρις ότου εμφανίζονται οι θυγατρικές γλώσσες της σαφώς διακεκριμένες. Τα περισσότερα σωζόμενα κείμενα των πρώιμων ρομανικών γλωσσών παρουσιάζουν τα άρθρα ήδη ανεπτυγμένα.

Όπως και σε άλλες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, τα οριστικά άρθρα ξεκίνησαν ως δεικτικές αντωνυμίες ή επίθετα. Ήδη στην κλασική Λατινική η δεικτική αντωνυμία ille, illa αποκτά χρήση άρθρου και αυτό οδηγεί σε βαθμιαία απώλεια της δεικτικής σημασίας του αποσημασιοποίηση. Προϊόντα αυτής της εξέλιξης είναι οι τύποι των άρθρων στις ρομανικές γλώσσες: γαλλ. le, la, ισπ. / καταλαν. el, la, ιταλ. il, la. Τα άρθρα της Πορτογαλικής o, a ανάγονται στην ίδια πηγή. H Σαρδηνιακή γλώσσα χρησιμοποίησε ως αφετηρία τη δεικτική αντωνυμία ipse, ipsa και σχημάτισε τα άρθρα su, sa ορισμένες καταλανικές και οξιτανικές διάλεκτοι έχουν επίσης άρθρα όμοιας αφετηρίας. Ενώ οι περισσότερες ρομανικές γλώσσες τοποθετούν το άρθρο πριν από το ουσιαστικό, η Ρουμανική γλώσσα ακολουθεί τον δικό της δρόμο και θέτει το άρθρο αμέσως μετά, προσκολλώντας στο όνομα: λ.χ. lupul "ο λύκος", omul "ο άνδρας, ο άνθρωπος" < λατ. lupum illum, *homo illum.

Επιπλέον, όπως και στην Ελληνική γλώσσα, το αριθμητικό unus, una αρχίζει να αποκτά τη σημασία "ένας, κάποιος", με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται κανονικά ως αόριστο άρθρο. Από το εν λόγω αριθμητικό προήλθαν οι τύποι τού αορίστου άρθρου στις ρομανικές γλώσσες: γαλλ. un, une, ιταλ. uno, una, ισπ. un, una κ.ά. Οι υπόλοιπες δεικτικές αντωνυμίες έχουν επίσης αφήσει ίχνη: γαλλ. ce "αυτός" < λατ. ecce hoc, oui "ναι" < παλ. γαλλ. oil < λατ. hoc ille ιταλ. quello "εκείνος" < λατ. eccum illum, questo "αυτός" < λατ. eccum istu κ.ά.

Η αποσημασιοποίηση désemantisation της δεικτικής αντωνυμίας είναι αρκετά πρώιμη στη Λατινική. Είναι φανερό ότι η δεικτική αντωνυμία χρησιμοποιείται σε συγκείμενα που καταδεικνύουν απώλεια της δεικτικής ισχύος της. Στη Βιβλική μετάφραση Vetus Latina, επί παραδείγματι, συναντούμε το χωρίο est tamen ille dæmon sodalis peccati "ο Διάβολος είναι σύντροφος των αμαρτωλών" σε συμφραζόμενα που δείχνουν ότι η λέξη δεν απείχε πολύ από τη λειτουργία τού άρθρου. Ίσως η μεταφραστική απόδοση ιερών κειμένων με πρωτότυπη γλώσσα την Ελληνική, η οποία διαθέτει οριστικό άρθρο, να ενίσχυσε την τάση της εκκλησιαστικής Λατινικής για υποκατάστατο.

Περαιτέρω ένδειξη της εξασθένησης των δεικτικών μπορούμε να συναγάγουμε από το γεγονός ότι εκείνη την εποχή νομικά και άλλα επίσημα κείμενα περιέχουν συχνά τους όρους prædictus, supradictus αρχική σημ. "προαναφερθείς", οι οποίοι φθάνουν να σημαίνουν περίπου "αυτός" και "εκείνος". Τα δεικτικά αντωνυμικά επίθετα της κλασικής Λατινικής ενισχύονται από τέτοιους όρους, ώστε να εκφράζουν εμφατικότερα τη λειτουργία τους. Επί παραδείγματι, στον ανεπίσημο λόγο οι επανασυντεθειμένοι τύποι μαρτυρούν ότι οι κληρονομηθείσες λατινικές αντωνυμίες ενισχύονται όταν συνοδεύονται από το επιφώνημα ecce! "ιδού! να!" ή *eccu < eccum "δες!". Από αυτό προέρχονται τα παλ. γαλλ. cil < *ecce ille, cist < *ecce iste και ici < *ecce hic, τα ισπ. aquel και πορτ. aquele < *eccu ille, τα ιταλ. questo < *eccu istum, quello < *eccu illum, καθώς και τα τοπικά επιρρήματα ισπ. acá, πορτ. cá < *eccu hac, acolá < *eccu illac και aquém < *eccu inde.

Το ύφος, ασφαλώς, παίζει ρόλο. Στους Όρκους τού Στρασβούργου, που αναφέρθηκαν ήδη ως πρώιμο μνημείο ρομανικής γλώσσας, δεν απαντά κανένα δεικτικό ως άρθρο ή ενισχυτικό ακόμη και σε θέσεις όπου οι ρομανικές γλώσσες αργότερα έχουν οπωσδήποτε τέτοιο γραμματικό μόρφημα. Προφανώς, η χρήση δεικτικών ως άρθρων εθεωρείτο ακόμη υπερβολικά ανεπίσημη για έναν βασιλικό όρκο τού 9ου αιώνα. Αξιοπαρατήρητη είναι, επίσης, η ποικιλία που παρατηρείται στις επί μέρους γλώσσες: Στη Ρουμανική γλώσσα το άρθρο επιθηματοποιείται επιτασσόμενο του ονόματος, όπως και σε άλλες γλώσσες τού Βαλκανικού γλωσσικού δεσμού γερμ. Sprachbund, καθώς και σε βόρειες γερμανικές γλώσσες λ.χ. Δανική, Σουηδική κ.ά.



                                     

4.3. Μορφολογία Απώλεια του ουδετέρου γένους

Σε γενικές γραμμές το τριγενές σύστημα της κλασικής Λατινικής αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα διακρίσεως δύο γενών αρσενικού – θηλυκού στις ρομανικές γλώσσες. Στη Λατινική, η δήλωση του γένους συνεπαγόταν αφ’ ενός μεν συμφωνία μεταξύ ουσιαστικού και επιθέτου ή αντωνυμίας, αφ’ ετέρου δε διαφορετικό κλιτικό παράδειγμα, δηλ. διαφορετική κλίση για κάθε γένος.

Το ουδέτερο γένος της κλασικής Λατινικής απορροφήθηκε κατά κανόνα από το αρσενικό τόσο συντακτικά όσο και μορφολογικά. Η συντακτική σύγχυση ξεκίνησε προφανώς από περιπτώσεις στις οποίες το επίθετο δεν δήλωνε ξεκάθαρα το γένος και με αφετηρία την αιτιατική πτώση, όπως συμβαίνει ήδη στις επιγραφές της Πομπηίας, λ.χ. cadaver mortuus αντί cadaver mortuum "νεκρό σώμα" και hoc locum αντί hunc locum "αυτόν τον τόπο". Η μορφολογική σύγχυση φανερώνεται κυρίως από τον μεταπλασμό των ουδετέρων σε -um σε αρσενικά σε -us με κοινή αναλογική βάση τις αιτιατικές σε -um και αυτό το καταληκτικό επίθημα σιγήθηκε μετά από /r/: λ.χ. στον Πετρώνιο συναντούμε τις λέξεις balneus αντί balneum "μπάνιο", fatus αντί fatum "μοίρα, πεπρωμένο", caelus αντί caelum "ουρανός", amphitheater αντί amphitheatrum "αμφιθέατρο" και άλλα.

Στις σύγχρονες ρομανικές γλώσσες οι τύποι των ονομάτων δεν εμφανίζουν, ως επί το πλείστον, ίχνη τού επιθήματος -us, επειδή προήλθαν από την αιτιατική πτώση, η οποία κατέληξε να αποδίδεται με άλλο φωνήεν ή με κενή επιθηματοποίηση: -um > -u/-o/-ø. Παραδείγματα: λατ. murum "τείχος" > ιταλ. και ισπ. muro, καταλαν. και γαλλ. mur ∙ λατ. caelum "ουρανός" > ιταλ. και ισπ. cielo, γαλλ. ciel, καταλαν. cel.

Σε ορισμένα τριτόκλιτα ουδέτερα το παραγωγικό θέμα για τις ρομανικές γλώσσες προήλθε από την αφαιρετική πτώση, ενώ σε άλλα ο τύπος της ονομαστικής / αιτιατικής, που ήταν όμοιος στην κλασική Λατινική, τελικά επιβίωσε. Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι το ουδέτερο γένος είχε αρχίσει να κλονίζεται ήδη από την αυτοκρατορική περίοδο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του λατ. lac, -ctis "γάλα". Οι τύποι των ρομανικών γλωσσών, όπως γαλλ. le lait, καταλαν. la llet, ισπ. la leche, πορτ. o leite, ιταλ. il latte, ρουμ. laptele, προέρχονται όλοι από τον ανώμαλο ουδ. τύπο ονομαστικής/αιτιατικής lacte ή από τη σπάνια αιτ. τού αρσενικού lactem. Είναι δε αξιοπαρατήρητο ότι η Ισπανική και η Καταλανική θεωρούν τον τύπο θηλυκού γένους, ενώ οι υπόλοιπες συγγενείς γλώσσες τον υιοθέτησαν ως αρσενικό. Ορισμένα ουδέτερα ουσιαστικά, ωστόσο, διατηρήθηκαν στις θυγατρικές γλώσσες, αλλά μόνον ως προς τον τύπο και χωρίς να διαθέτουν διακριτό μορφολογικό παράδειγμα, λ.χ. λατ. ονομ. / αιτ. nomen "όνομα" > γαλλ. nom, πορτ. nome, ιταλ. nome κ.ά.

Ένας ακόμη παράγοντας που οδήγησε στην απώλεια του ουδετέρου ήταν το επίθημα -a / -ia πολλών ουδετέρων ονομάτων. Αρκετά νωρίς παρουσιάζεται η τάση επαναναλύσεως τέτοιων ονομάτων σαν να επρόκειτο για θηλυκά ενικού αριθμού. Παραδείγματα: λατ. gaudium "χαρά", πληθ. gaudia > γαλλ. la joie, καταλαν. la joia, ιταλ. la goia δάνειο από τη Γαλλική∙ ομοίως λατ. lignum "ραβδί, ξύλο", πληθ. ligna > ισπ. la leña, καταλαν. la llenya. Σε ορισμένες γλώσσες υπάρχουν ακόμη ίχνη αυτού του μεταπλασμού στον πληθυντικό τέτοιων ουδετέρων που επαναναλύθηκαν ως θηλυκά: λατ. bracchium < αρχ. βραχίων, πληθ. bracchia > ιταλ. braccio αλλά πληθ. braccia, ρουμ. braţul αλλά πληθ. braţele.

Η επιβίωση των ουδετέρων έχει εμφανίσει ετερόκλιτα ουσιαστικά σε διάφορες ρομανικές γλώσσες. Επί παραδείγματι, η ιταλ. συνεκφορά l’uovo fresco "το φρέσκο αβγό" έχει πληθυντικό le uova fresche. Τα εγχειρίδια διδασκαλίας της Ιταλικής δίνουν την ατελή εξήγηση ότι η συνεκφορά είναι αρσενικού γένους στον ενικό και θηλυκού στον πληθυντικό αριθμό. Εντούτοις, συνεπέστερο με τα δεδομένα είναι να δεχτούμε ότι το όν. uovo "αβγό" είναι απλώς ουδετέρου γένους < ovum, πληθ. ova και ότι συμφωνεί με την κανονική εξέλιξη των καταληκτικών μορφημάτων των ουδετέρων. Συνεπώς, από ιστορικής πλευράς μπορεί κάλλιστα να λεχθεί ότι τύποι ουδετέρων διατηρούνται στην Ιταλική και τη Ρουμανική.

Οι σχηματισμοί αυτοί επέδωσαν στη χρήση κυρίως προκειμένου να αποφευχθούν ανώμαλοι τύποι. Στην κλασική Λατινική οι λέξεις που δήλωναν δέντρα ήταν συνήθως θηλυκού γένους, αλλά ορισμένες ανήκαν στη δεύτερη κλίση, η οποία κυριαρχείτο από αρσενικά και ουδέτερα. Παραδείγματα: λατ. pirus "αχλαδιά" θηλυκό με καταληκτικό μόρφημα αρσενικού > ιταλ. il pero, ρουμ. părul, γαλλ. le poirier, ισπ. el peral αρσενικά, αλλά πορτ. a pereira, καταλαν. la perera θηλυκά λατ. fagus "φηγός" > ρουμ. fagul, καταλαν. el faig αρσενικά, αντικατάσταση από τύπους επιθέτου όπως ιταλ. il faggio, ισπ. el haya, πορτ. a faia < λατ. fageus, fagea.

Ως συνήθως, οι ανώμαλοι τύποι επιβιώνουν κυρίως σε λέξεις τού συχνού, κοινού λεξιλογίου. Επί παραδείγματι, το λατ. ουσ. manus "χέρι", θηλυκό δ΄ κλίσεως με καταληκτικό μόρφημα αρσενικών, διατηρήθηκε ως θηλυκό στις ρομανικές γλώσσες, παρ’ ότι έχει την όψη αρσενικού: ιταλ. και ισπ. la mano, γαλλ. la main, καταλαν. la mà, πορτ. a mão. Εκτός από τα ιταλικά και ρουμανικά ετερόκλιτα ονόματα, στις υπόλοιπες συγγενείς γλώσσες έχουν διατηρηθεί αντωνυμίες ουδετέρου γένους: γαλλ. celui-ci, celle-ci, ceci, ισπ. este, esta, esto "αυτός -ή -ό", ιταλ. gli, le, ci "σε αυτόν, -ήν, -ό", πορτ. todo, toda, tudo.

Η Ισπανική γλώσσα διαθέτει ένα είδος κατηγοριοποίησης υπό το ουδέτερο άρθρο lo, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως για αφηρημένα ουσιαστικά ή κατηγορίες, λ.χ. lo bueno "το καλό" ως έννοια, lo importante "το σημαντικό" λ.χ. Lo importante es ayudarle "το σημαντικό είναι να τον βοηθήσουμε", όπως φαίνεται επίσης στη φρ. ¿Sabes lo tarde que es? "Ξέρεις πόσο αργά είναι;" κατά λέξη "ξέρεις ‘το αργά’ που είναι;".

                                     

4.4. Μορφολογία Υποκατάσταση της πτωτικής λειτουργίας μέσω προθέσεων

Η απώλεια της μορφολογικής διακρίσεως μέσω του πτωτικού συστήματος σημαίνει ότι οι συντακτικοί ρόλοι που επιτελούνταν με αυτό θα πρέπει τώρα να επιτελεστούν μέσω περιφράσεων ή προθέσεων. Τέτοιου είδους λεξικά τεμάχια πληθύνονται στη δημώδη Λατινική και παρατηρείται σχηματισμός νέων μέσω συνθέσεως των παλαιών.

Η πορεία αυτή έχει αξιοσημείωτα ίχνη στις ρομανικές γλώσσες, οι οποίες διαθέτουν πολλά γραμματικά μόρια, λ.χ. ισπ. donde "πού" < λατ. de + unde, γαλλ. dès "έκτοτε" < λατ. de + ex, γαλλ. dans "μέσα, σε", ισπ. después και πορτ. depois "μετά" < λατ. de + ex + post. Μερικά από αυτά τα νέα σύνθετα μορφήματα απαντούν ήδη σε λογοτεχνικά κείμενα της ύστερης αυτοκρατορικής περιόδου, όπως το υστλατ. de foris "έξω", από το οποίο σχηματίστηκαν τα γαλλ. dehors, ισπ. de fuera, πορτ. de fora.

Καθώς το πτωτικό σύστημα έχανε σταδιακά τη λειτουργικότητά του, οι προθέσεις κάλυπταν το κενό. Στη δημώδη Λατινική η περίφραση ad + αιτιατική άρχισε να χρησιμεύει ως υποκατάστατο της δοτικής.

  • Μετάφραση: "Ο Ιάκωβος δίνει ένα βιβλίο στον πατέρα του".
  • Δημώδης Λατινική: Jacomos levro a ppatre donat
  • Κλασική Λατινική: Iacōbus patrī librum dat

Ομοίως, η γενική πτώση αρχίζει βαθμιαία να αντικαθίσταται στη δημώδη Λατινική από την περίφραση de + αφαιρετική.

  • Κλασική Λατινική: Iacōbus mihi librum patris dat
  • Μετάφραση: "Ο Ιάκωβος μου δίνει το βιβλίο τού πατέρα του".
  • Δημώδης Λατινική: Jacomos me levro de patre donat / Jacomos levro de patre a mme donat
                                     

4.5. Μορφολογία Επιρρήματα

Η κλασική Λατινική διέθετε διάφορα επιθήματα σχηματισμού επιρρημάτων από επίθετα: λ.χ. επίθ. carus "αγαπητός" > επίρρ. care acer "οξύς, δριμύς" > επίρρ. acriter επίθ. creber "συχνός" > επίρρ. crebro. Όλα αυτά τα παραγωγικά επιθήματα χάθηκαν στη δημώδη Λατινική, στην οποία τα επιρρήματα σχηματίζονται αδιακρίτως από την αφαιρετική πτώση mente του θηλυκού mens, -ntis "νους, διάνοια". Επί παραδείγματι, από το επίθ. velox "ταχύς" προήλθε κανονικά το κλασικό επίρρημα velociter "ταχέως, γρήγορα", αλλά η δημώδης Λατινική προτίμησε τον περιφραστικό σχηματισμό veloce mente αρχική σημ. "με γρήγορο νου". Έτσι εξηγείται ο καθολικός κανόνας σχηματισμού των επιρρημάτων στις ρομανικές γλώσσες: θηλυκό τού επιθέτου + λεξικό επίθημα -mente. To εν λόγω λεξικό στοιχείο γραμματικοποιήθηκε ως αχώριστο επίθημα κατά την υστερολατινική εποχή.

Φαίνεται ότι ήδη από τον 1ο αι. π.Χ. η συγκεκριμένη αλλαγή είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή στη γλώσσα, όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα Κάτουλλος 8:

Nunc iam illa non vult; tu, quoque, impotens, noli

Nec quae fugit sectare, nec miser vive,

Sed obstinata mente perfer, obdura.

: άντεξε!")

Όλα τα επιρρήματα των ρομανικών γλωσσών σε -ment, -mente έχουν την αφετηρία τους στη γραμματικοποίηση αυτού του ουσιαστικού, το οποίο απέκτησε έτσι βαρύνοντα ρόλο στην ιστορία της Λατινικής.

                                     

4.6. Μορφολογία Ρήματα

Οι ρηματικοί τύποι επηρεάστηκαν λιγότερο από τις φωνητικές μεταβολές που διέβρωσαν το πτωτικό σύστημα των ονομάτων. Ακόμη και ένα σύγχρονο ισπανικό ρήμα ενεργητικής φωνής ανακαλεί στον νου τον λατινικό του πρόγονο. Ο παράγοντας που προσέδωσε περισσότερη σταθερότητα στις ρηματικές καταλήξεις ήταν η αλλαγή τού τονικού χαρακτήρα από ελαφρύ σε ισχυρό δυναμικό τονισμό. Ως αποτέλεσμα, διαφορετικές συλλαβές αποτελούσαν τον φορέα τού τόνου στις επί μέρους κλιτικές μορφές τού ρήματος και, μολονότι οι λεξικές μορφές εξακολούθησαν να μεταβάλλονται φωνητικά, οι διακρίσεις μεταξύ των ρηματικών τύπων δεν συρρικνώθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

Επί παραδείγματι, οι ρηματικοί τύποι της κλασικής Λατινικής με σημασία "αγαπώ" και "αγαπούμε" ήταν αντιστοίχως āmo και amāmus. Επειδή το τονούμενο ei).

                                     

4.7. Μορφολογία Κλιτικοί πίνακες

Στους ακόλουθους ενδεικτικούς κλιτικούς πίνακες παρουσιάζεται η εξέλιξη του ρηματικού συστήματος από την κλασική στη δημώδη Λατινική, καθώς και ο απόηχος των μεταβολών σε τέσσερεις ρομανικές γλώσσες. Εξετάζονται ως παραδείγματα το ρήμα amare "αγαπώ" και το ρήμα esse "είμαι".

                                     

5.1. Σημειώσεις και Πηγές Σχολιασμένα περαιτέρω αναγνώσματα

  • Πολύ καλή γενική εισαγωγή για αναγνώστες χωρίς πρότερη ειδική γνώση είναι το έργο τού L.R. Palmer, The Latin Language OUP 1954, το οποίο παρουσιάζει την ιστορία της λατινικής γλώσσας από τα πρώτα μνημεία της μέχρι σήμερα. Ενισχύει την άποψη ότι πολλά από τα χαρακτηριστικά της δημώδους Λατινικής είναι ήδη παρόντα στην κλασική γλώσσα.
  • Η περίοδος της μεσαιωνικής Λατινικής διαλαμβάνεται εκτενώς από τον τόμο που εξέδωσαν οι K.P. Harrington, J. Pucci και A.G. Elliot, Mediaeval Latin 2η έκδ., University of Chicago Press 1997, όπου εξετάζονται οι λεξιλογικές, ορθογραφικές και μορφολογικές αλλαγές της ύστερης Λατινικής, όπως εμφανίζονται σε γραπτές πηγές και κείμενα.
  • Το λεξικό τού T.G. Tucker, Etymological Dictionary of Latin Halle 1931 περιέχει πεπαλαιωμένες ετυμολογικές αναγωγές. Αξεπέραστα στο είδος τους παραμένουν το Dictionnaire étymologique de la langue latine Paris 1959, δ΄ έκδ. των A. Ernout & A. Meillet και το νεότερο Etymologisches Wörterbuch der lateinischen Sprache Heidelberg 1973 των J.B. Hofmann & F. Walde, τα οποία περιέχουν τις πλέον έγκυρες ετυμολογικές αναλύσεις. Τα κλασικά αυτά έργα φιλοδοξεί να αντικαταστήσει το εξαιρετικό σύγχρονο λεξικό τού Michiel de Vaan, Etymological dictionary of Latin and the other Italic languages Leiden & Boston: Brill, 2008.
  • Το κλασικό λεξικογραφικό έργο τού W. von Wartburg, Französisches Etymologisches Wörterbuch 1928- αποτελεί τεράστιο εγχείρημα, που δυστυχώς έμεινε ανολοκλήρωτο και αποσκοπούσε στην εξαντλητική πραγμάτευση γαλλικών και διαλεκτικών λέξεων, με πλήθος πληροφοριών για την εξέλιξη του λεξιλογίου της δημώδους Λατινικής. Τέλος, το Dizionario Etimologico della Lingua Italiana των M. Cortelazzo & P. Zolli Bologna 1999, β΄ έκδ. περιέχει πλούτο πληροφοριών για τις ιταλοδυτικές γλώσσες και αναδιφά επίσης την ιστορία των λεξικών σημασιών.
  • Εξαιρετικό εγχειρίδιο στην Ελληνική για τη δημώδη Λατινική γλώσσα είναι το βιβλίο τού Ν. Κονομή, Από την Ιστορία της Λατινικής Γλώσσας. Εξετάζει πλήρως την ιστορία της Λατινικής σε σχέση με το γλωσσικό περιβάλλον της και τις διαλέκτους τού υποστρώματός της. Ακόμη, αναλύει εκτενώς την ανάπτυξη της ύστερης και μεσαιωνικής Λατινικής, υπογραμμίζοντας τις κύριες αλλαγές που συνέβησαν.
  • Στην Αγγλική υπάρχουν διάφορα αξιόπιστα εγχειρίδια, όπως το βιβλίο τού Jószef Herman, Vulgar Latin, το οποίο περιέχει καλή επισκόπηση των φωνολογικών, μορφολογικών και λεξιλογικών μεταβολών της δημώδους Λατινικής. Πληροφορίες για τις συντακτικές αλλαγές μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο άρθρο τού N. Vincent, "Latin" στον συλλογικό τόμο The Romance Languages.
  • Από τις νεότερες συγκριτικές γραμματικές η πιο αξιόλογη είναι του A.L. Sihler, New Comparative Grammar of Greek and Latin Oxford 1995, η οποία εστιάζει κυρίως στην κλασική Λατινική και μεταφράστηκε πρόσφατα στην Ελληνική.


                                     

6. Βιβλιογραφία

  • Pisani, V. 1962: Storia della lingua Latina, τόμ. 1. Torino: Rosenberg & Sellier
  • Bec, P. 1970: Manuel pratique de philologie romane, t. 1. Paris: Picard coll. Connaissance des langues
  • Battisti, C. 1950: Avviamento allo studio del Latino volgare. Bari: Leonardo da Vinci
  • Ernout, A. 1953 3: Morphologie historique du latin. Paris: Klincksieck
  • Kramer, J. 2003: "III. Ιστορία της λατινικής γλώσσας", στο: Fritz Graf εκδ., Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, τόμος Β’, Ρώμη, μτφρ. - επιμ. Δ.Ζ. Νικήτας, Αθήνα: Παπαδήμας, σ. 129-180 1997: Einleitung in die Lateinische Philologie, Stuttgart & Leipzig: Teubner
  • Souter, A. 1949: A glossary of later Latin to 600 A.D. Oxford: Oxford University Press
  • Walter, H. 1994: Laventure des langues en Occident. Paris: Robert Laffont.
  • Cremaschi, G. 1959: Guida allo studio del latino medievale. Padova: Liviana Scolastica
  • McMahon, A. 2003: Ιστορική γλωσσολογία. Η θεωρία της γλωσσικής μεταβολής, μτφρ. Μ. Μητσιάκη & Α. Φλιάτουρας, Αθήνα: Μεταίχμιο 1994: Understanding Language Change, Cambridge: Cambridge University Press
  • Meillet, A. 1948 2: Traité de grammaire compare des langues classiques. Paris: Honoré Champion
  • Kieckers, E. 1930-1: Historische lateinische Grammatik mit Berücksichtigung des Vulgärlateins und der romanischen Sprachen. τόμ. 1-2. München: Max Hüber
  • Buck, C.D. 1933: A comparative grammar of Greek and Latin. Chicago: University of Chicago Press
  • Allen, W.S. 1965: Vox Latina. A guide to the pronunication of Classical Latin. Cambridge: Cambridge University Press
  • Stolz, F., A. Debrunner, W.P. Schmid 1966 4η έκδ.: Geschichte der lateinischen Sprache. Berlin: Sammlung Göschen
  • Κονομής, Ν. 2003: Από την ιστορία της λατινικής γλώσσας, Αθήνα: Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων
  • Tagliavini, C. 1962 3: Fonetica e morfologia storica del Latino. Bologna: Riccardo Pàtron
  • Ernout, A. & F. Thomas 1964 3: Syntaxe latine. Paris: Klincksieck
  • Eisenhut, W. 1959: Die lateinische Sprache. München: Artemis & Winkler
  • Vosler, K. 1955: Einführung ins Vulgärlatein. München: Hüber
  • Meillet, A. 1952 6: Esquisse d’une histoire de la langue latine. Paris: Klincksieck
  • Collart, J. 1966: Histoire de la langue latine. Paris: Que sais-je?
  • Pariente, A. 1949: Estudios de fonética y morfología latina. Salamanca: Universidad de Salamanca
Free and no ads
no need to download or install

Pino - logical board game which is based on tactics and strategy. In general this is a remix of chess, checkers and corners. The game develops imagination, concentration, teaches how to solve tasks, plan their own actions and of course to think logically. It does not matter how much pieces you have, the main thing is how they are placement!

online intellectual game →